Αρχή Αγορά Ειδήσεις Δείκτης Τιμών Έρευνα Εργαλεία Λογαριασμος Trade  
*Francoudi & Stephanou Ltd
ΟΡΟΛΟΓΙΑ

A B C D E F G H I JL M N O PR S TV W X Y Z #
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  #
Find 

Active Market

Αγορά με έντονο ρυθμό χρηματιστηριακών συναλλαγών. Γενικότερα αγορά με έντονη κίνηση.

Active securities / stocks

Χρεόγραφα με έντονη συναλλακτική κίνηση στο χρηματιστήριο

Administration of assets

Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, από διαχειριστή, στον οποίο έχει ανατεθεί η σχετική φροντίδα κατόπιν συμφωνίας.

Advisory funds

Κεφάλαια που τοποθετούνται σε τράπεζα για να τα επενδύσει, κατόπιν συνεννοήσεως ή κατά την κρίση της, για λογαριασμό του πελάτη της.

Affiliated company

Συνδεδεμένη, θυγατρική εταιρεία. Συγγενής εταιρεία, ελεγχόμενη, άμεσα ή έμμεσα, από άλλη.

AMEX

American Stock Exchange. Το δεύτερο σε μέγεθος χρηματιστήριο χρεογράφων στις ΗΠΑ, μετά το New York Stock Exchange. Γνωστό ως Little Board ή ως Curb Exchange.

At a discount (έκπτωση)

Χρεόγραφο που διατίθεται σε τιμή κάτω της ονομαστικής του αξίας.

At a premium

Χρεόγραφο που διατίθεται στην αγορά σε τιμή ανώτερη της ονομαστικής του αξίας.

At best

Οδηγίες σε χρηματιστή να αγοράσει ή να πωλήσει στην καλύτερη δυνατή τιμή που μπορεί να πετύχει. Στο καλύτερο.

At limit

Περίπου σε κάποια τιμή. Εντολή πελάτη σε χρηματιστή να προβεί στην αγορά ή πώληση χρεογράφων μέσα σε ορισμένα όρια τιμών.

At the market

Εντολή σε χρηματιστή να αγοράσει ή να πωλήσει αμέσως χρεόγραφα στην καλύτερη δυνατή τιμή της αγοράς τη στιγμή εκείνη.

At the opening

Στην τιμή ανοίγματος. Εντολή σε χρηματιστή να την εκτελέσει μόλις ανοίξει το χρηματιστήριο, αλλιώς ακυρώνεται.

Auction market

Σύστημα συναλλαγών σε χρεόγραφα μέσω μεσιτών σε χρηματιστήρια (δημοπρασία), όπου κάθε συναλλασόμενος προσπαθεί να επιτύχει την καλύτερη τιμή.


[ Return to Top ]
Αμοιβαίο κεφάλαιο (Mutual Fund)

Στην Ελλάδα, έχουν συνήθως τη μορφή επενδύσεων χαρτοφυλακίου ανοικτού τύπου (open end).

Ανάδοχος εκδόσεων

Ανάδοχος διαθέσεως νέας εκδόσεως χρεογράφων. Πρόσωπο, οργανισμός επενδύσεων ή συνήθως τράπεζα που αναλαμβάνει υπευθύνως τη διάθεση νέας έκδοσης χρεογράφων με την υποχρέωση να αγοράσει η ίδια οποιαδήποτε ποσότητα παραμείνει αδιάθετη. Οι σχετικές συμφωνίες ποικίλλουν.

Ανάλυση, αξιόλογηση μετοχών (security analysis)

Λεπτομερής ανάλυση των παραγόντων που επηρεάζουν την τιμή των χρεογράφων, π.χ. ανάλυση του ισολογισμού, της εξέλιξης των πωλήσεων, των κερδών κλ.

Ανοιγμα - Open

Η τιμή με την οποία ένα χρεόγραφο αρχίζει τη διαπραγμάτευση την συγκεκριμένη ημέρα.

Ανοιχτή εντολή

Εντολή αγοράς ή πώλησης εμπορευμάτων ή χρεογράφων, προς χρηματιστή ή μεσίτη που ισχύει μέχρι να εκτελεσθεί ή να ανακληθεί. Εντολή αγοράς (παραγγελία) εμπορευμάτων, χωρίς προσδιορισμό τιμής ή τρόπου παράδοσης. Παραγγελία ή εντολή που δεν έχει εκτελεσθεί ακόμη. Ανεκτέλεστη εντολή ή παραγγελία.

Αντιστάθμιση (Hedging)

Στρατηγική επενδύσεων σχεδιασμένη έτσι ώστε να αποφευχθεί ή ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απώλειας των επενδύσεων.

Ανώτερoς, υψηλός (High)

Η ανώτερη τιμή πωλήσεως ενός χρεογράφου σε ορισμένη περίοδο.

Απόδοση επενδύσεως (return of investment)

Το καθαρό κέρδος σε σχέση με το κεφάλαιο που απασχολήθηκε για την πραγματοποίησή του. Κατά την επιλογή διαφόρων προτάσεων για επενδύσεις, η παραπάνω απόδοση αποτελεί βασικό παράγοντα.

Απόδοση κεφαλαίου (return capital)

Η σχέση, μεταξύ των κερδών και του κεφαλαίου της επιχείρησης. Αποτελεί σημαντικό δείκτη αποδοτικότητας.


[ Return to Top ]
Back office

Παράπλευρη, βοηθητική υπηρεσία του dealing room που παρακολουθεί και διεκπεραιώνει λογιστικά τις συναλλαγές (τις πράξεις) των διαπραγματευτών (dealers) χρεογράφων (συναλλάγματος / μετοχών).

Beta

Το εύρος της μεταβλητότητας των τιμών ενός συγκεκριμένου χρεογράφου, σε σύγκριση με το γενικότερο εύρος της μεταβλητότητας της αγοράς. Αν π.χ. η γενική μεταβλητότητα της αγοράς είναι ίση με τη μονάδα και του συγκεκριμένου χρεογράφου είναι 1,3 σημαίνει ότι η διακύμανση του χρεογράφου αυτού θα παρουσιάσει μια απόκλιση της τάξεως του 30%.

Bid - Ask Spread

Η διαφορά μεταξύ της ζητούμενης τιμής για πώληση και της προσφερόμενης τιμής για αγορά ενός χρεογράφου.

Bid and offers

Προσφερόμενες τιμές για αγορές και για πωλήσεις. Bid = η τιμή που προσφέρει ο αγοραστής. Offer = η τιμή που προσφέρει (ζητεί) ο πωλητής.

Big Board

Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ο πίνακας ή το δελτίο του χρηματιστηρίου αξιών της Ν. Υόρκης, στο οποίο αναγράφονται οι τιμές των μετοχών.

Block

Μεγάλος αριθμός χρεογράφων που προσφέρονται για πώληση ως σύνολο.

Blue chip

Mετοχές μεγάλων και φερέγγυων εταιριών, που διανέμουν σταθερό μέρισμα και έχουν ευνοϊκές προοπτικές εξέλιξης. Επιτυχής, σταθερή και κερδοφόρα επιχείρηση. Περιουσία ή περιουσιακό στοιχείο με υψηλή και σταθερή αξία.

Boerse

Το χρηματιστήριο στα γερμανικά και ολλανδικά

Bond market

Αγορά για ομολογίες, ομολογιακή αγορά. Ο χώρος, ο τόπος όπου διενεργούνται οι συναλλαγές σε ομολογίες, (κατά κανόνα, το χρηματιστήριο).

Bonus shares

Μετοχές δώρο. Δώρο με μορφή μετοχών που δίνονται σε μετόχους.

Bonus stocks

Μετοχές που δίδονται ως δώρο σε πρόσωπα ή οργανισμούς, οι οποίοι συνέβαλαν στη διάθεση των μετοχών μιας εταιρείας. Οι μετοχές αυτές μπορεί να δοθούν και στους αγοραστές προνομιούχων μετοχών ή ομολογιών της εταιρείας.

Book value

Λογιστική αξία δηλ. η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου όπως εμφανίζεται ή όπως υπολογίζεται στα βιβλία της επιχείρησης.


[ Return to Top ]
Call Option

Δικαίωμα αγοράς. Το δικαίωμα που παρέχεται σε όσους έχουν αγοράσει χρηματιστηριακά δικαιώματα (options) να αγοράσουν ορισμένο αριθμό μετοχών, σε καθορισμένη τιμή, μέσα σε συμφωνημένη προθεσμία.

Cash dividend

Μέρισμα καταβαλλόμενο "τοις μετρητοίς" ή με επιταγή που μπορεί να εισπραχθεί αμέσως. Είναι η πιο συνηθισμένη μορφή.

CBOE

Chicago Board Options Exchange.

Closing price

Τιμή κλεισίματος. Για το χρηματιστήριο η τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία χρηματιστηριακή πράξη σε συγκεκριμένο χρεόγραφο, σε ορισμένη ημερομηνία.

CSE

Chicago Stock Exchange Cyprus Stock Exchange


[ Return to Top ]
Day trading

Η αγορά και πώληση χρεογράφων την ίδια μέρα, για την αποκόμιση κέρδους από τη διαφορά τιμών.

Dealer

Χρηματιστής που διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις για ίδιο λογαριασμό και αποκομίζει κέρδος από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης. Μπορεί κατά περίπτωση να ενεργεί και ως broker, να εκτελεί δηλ. παραγγελίες της πελατείας.

Dilution

Η επίπτωση στην τιμή και τη ζήτηση μετοχών, από πιθανή μετατροπή τους, από έκδοση νέων μετοχών ή από πώληση δικαιωμάτων.


[ Return to Top ]
Δάνειο

Η παραχώρηση ή μεταβίβαση πραγμάτων αξίας ή χρημάτων επί επιστροφή και συνήθως με τόκο ή με προεξόφλημα.

Δείκτης κεφαλαιακής διάρθρωσης ή εξάρτησης

Μετρά τη σχέση μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων, και κατ΄ επέκταση τη βιωσιμότητα και την πιστοληπτική ικανότητα μιας επιχείρησης.

Δημόσια Εγγραφή ή προσφορά (IPO- Initial public offering)

Η αρχική προσφορά χρεογράφων για δημόσια εγγραφή. Μετοχές που προσφέρονται για πώληση, δημοσίως απευθείας στο ευρύ κοινό χωρίς τη μεσολάβηση τραπεζών. Συνήθως, γίνεται από μεγάλες και οικονομικώς ισχυρές εταιρείες.

Διαμορφωτής αγοράς (Market maker)

Βασικός παράγοντας (επιχείρηση, οργανισμός κλπ.), δημιουργός της αγοράς. Μεσίτης ή τράπεζα κλπ. που έχει τη δυνατότητα να προσφέρει καθημερινά τιμές αγοράς και τιμές πώλησης για χρεόγραφα και ξένο συνάλλαγμα, ενεργώντας για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό πελατών.

Διανομή (distribution)

Διάθεση, σε ορισμένη χρονική περίοδο, μεγάλου πακέτου χρεογράφων, χωρίς να δημιουργηθούν υποτιμητικά φαινόμενα στην αγορά.

Διάσπαση (σπάσιμο) μετοχής (Stock Split)

Αντικατάσταση μετοχών με νέες, μικρότερης ονομαστικής ονομαστικής αξίας. Π.χ μια μετοχή αξίας δρχ 20.000 αντικαθίσταται με 2 μετοχές των δρχ 10.000. Σκοπός της αντικατάστασης είναι, συνήθως η διεύρυνση του κύκλου των αγοραστών.

Διασπορά (diversification)

Η κατανομή των κεφαλαίων σε διαφορετικούς τύπους επενδύσεων. Διασπορά κινδύνου. Επενδύσεις κεφαλαίων σε πολλές επιχειρήσεις με διαφορετικά αντικείμενα δραστηριότητας.

Διαχείρηση ενεργητικού

Η συστηματική και μεθοδική διαχείριση του συνόλου των υλικών και άυλων στοιχείων, για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης.

Διαχειριστής επενδύσεων

Εταιρεία ή στέλεχος επιχείρησης που αναλαμβάνει την ευθύνη της επενδυτικής δραστηριότητας. Παρέχει τις υπηρεσίες του με προμήθεια.

Δικαίωμα προτίμησης (right)

Προνόμιο, παραχωρούμενο στους μετόχους, με το οποίο μπορούν να αγοράσουν συμπληρωματικό αριθμό μετοχών σε ορισμένη (ευνοϊκή) τιμή. Ισχύει για ορισμένο χρονικό διάστημα και έχει αξία επειδή, η τιμή των μετοχών που προσφέρονται είναι χαμηλότερη από την τιμή αγοράς. Δικαιώματα εκδίδονται όταν η ενδιαφερόμενη εταιρεία επιθυμεί να αυξήσει το εταιρικό της κεφάλαιο χωρίς να διαθέσει μετοχές στην ελεύθερη αγορά. Είναι μεταβιβάσιμα και διαπραγματεύσιμα μέχρι τη λήξη τους.

Διόρθωση, αποκατάσταση

Οποιαδήποτε παρέμβαση στο μηχανισμό των τιμών, για αποκατάσταση του επιθυμητού ή επιδιωκόμενου επιπέδου τιμών στην αγορά.


[ Return to Top ]
Earnings report

Συνοπτική κατάσταση που εμφανίζει τα κέρδη ή τις ζημίες μιας επιχείρησης. Αναφέρει τα έσοδα, τα έξοδα και το τελικό αποτέλεσμα.


[ Return to Top ]
Εισηγμένο χρεόγραφο (listed security)

Χρεόγραφο που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο για διαπραγμάτευση, εφόσον εκπληρώνει τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός του χρηματιστηρίου.

Είσοδος εταιρείας στο χρηματιστήριο

Η διάθεση μετοχών στο ευρύ κοινό και όχι σε περιορισμένο αριθμό μετόχων, με την εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μετοχών της εκδότριας εταιρείας.

Ενδεικτική ισοτιμία

Ισοτιμία που αναφέρεται ενδεικτικώς για απλή ενημέρωση. Απόδοση χρεογράφου με βάση την ονομαστική του αξία.

Εντολή Market (market order)

Εντολή προς χρηματιστή να αγοράσει ή να πωλήσει χρεόγραφα στην καλύτερη δυνατή τιμή, στη διάρκεια της συνεδρίασης. Η εντολή πρέπει να εκτελεσθεί αμέσως ή το συντομότερο δυνατό.

Εντολή με όριο τιμής (limit order)

Εντολή, στην οποία ο πελάτης θέτει περιορισμούς για την τιμή (αγοράς ή πώλησης). Εντολή σε ορισμένη τιμή και στο καλύτερο. Περιορισμένη εντολή : α) αγοράς χρεογράφων σε ορισμένη τιμή ή σε τιμή κατώτερη από την ορισθείσα ή β) πώλησης χρεογράφων σε ορισμένη τιμή ή σε τιμή ανώτερη από αυτήν. Με την εντολή αυτή ο ενδιαφερόμενος καθορίζει το ανώτατο όριο αγοράς ή το κατώτατο όριο πώλησης.

Εξασκώ

Κάνω χρήση δικαιώματος.

Επένδυση

Η πράξη της τοποθέτησης χρημάτων σε χρεόγραφα, στα οποία επενδύθηκαν τα χρήματα. Κύρια στοιχεία : μακροχρόνια περίοδος, ασφάλεια, απόδοση εισοδήματος, κέρδος από υπεραξία και δυνατότητα ρευστοποίησης. Διαφέρει από την κερδοσκοπία (speculation) που αποσκοπεί στην αποκόμιση μεγάλου κέρδους, το οποίο συνδυάζεται όμως με μεγάλο κίνδυνο.

Επενδυτής

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει επενδύσει κεφάλαια, κυρίως σε χρεόγραφα και αποβλέπει στο εισόδημα που θα αποφέρουν και στην τυχόν αύξηση της αξίας τους (υπεραξία). Ο όρος δεν αναφέρεται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική εκμετάλλευση κεφαλαίων.

Επενδυτικά μέσα

Γενικώς, κάθε μορφή επενδυτικής δραστηριότητας, π.χ. μετοχές, ομολογίες, εμπορεύματα, ξένο συνάλλαγμα, τίτλοι της χρηματαγοράς κλπ.

Εταιρεία

Σύμπραξη προσώπων τα οποία με κοινή οικονομική συνεισφορά και συμμετοχή, επιδιώκουν κοινό σκοπό κυρίως οικονομικό.

Εταιρεία επενδύσεων

Οικονομικός οργανισμός με σκοπό να διευκολύνει τους ιδιώτες να συγκεντρώσουν τα κεφάλαιά τους και να τα επενδύσουν σε διάφορα χρεόγραφα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση, εκδίδοντας και διαθέτοντας στο κοινό δικές του μετοχές. Το προϊόν τους το επενδύει σε διάφορα χρεόγραφα κατά την κρίση του. Από το εισόδημα που εισπράτει από τα χρεόγραφα, διανέμει ανάλογο μέρισμα στους κατόχους των μετοχών που έχει διαθέσει.

Εταιρεία επενδύσεων (Securities company

Εταιρεία επενδύσεων, της οποίας το εισόδημα προέρχεται από χρεόγραφα άλλων εταιρειών, στα οποία έχει επενδύσει τα κεφάλαιά της. Μπορεί να εκδίδει δικές της μετοχές και ομολογίες.

Ετήσια απόδοση

Απόδοση χρεογράφων υπολογιζόμενη πάνω στην τιμή αγοράς τους, με βάση τα τοκομερίδια και όχι την τιμή εξαγοράς κατά τη λήξη τους, (η τιμή εξαγοράς θα είναι φυσικά μεγαλύτερη από την τιμή τους κατά την έκδοση ή οποιαδήποτε στιγμή πριν από τη λήξη τους).

Ετήσια έκθεση

Ετήσιος απολογισμός. Λεπτομερής και αναλυτική έκθεση της οικονομικής δραστηριότητας, της θέσης και των προοπτικών μιας επιχείρησης. Απευθύνεται στη γενική συνέλευση των μετόχων και συνοδεύεται από την έκθεση των ορκωτών λογιστών.


[ Return to Top ]
Face value

Ονομαστική αξία, γραμματίου, χρεογράφου ή οποιουδήποτε άλλου τίτλου.

Financial Times Index

Δείκτης τιμών μετοχών των financial times. Δείκτης των, ανά ώρα, διακυμάνσεων των τιμών 30 κορυφαίων βιομηχανικών μετοχών στο χρηματιστήριο του Λονδίνου, με βάση 100 του έτους 1935. Γνωστό και ως FTSE.

Fund manager

Διαχειριστής κεφαλαίων. Κάποιος ο οποίος διαχειρίζεται κεφάλαια διαθέσιμα για επένδυση.

Futures

Συμβάσεις προθεσμιακών αγορών ή πωλήσεων. Σύστημα αγοράς ή πώλησης εμπορευμάτων, με συμβόλαια που προβλέπουν την παράδοση ορισμένης ποσότητας και ποιότητας, σε ορισμένη τιμή και ορισμένη ημερομηνία. Συνηθίζεται στο εμπόριο δημητριακών, καφέ, βαμβακιού, ζάχαρης, καθώς και στις αγοραπωλησίες χρεογράφων και συναλλάγματος. Τα συμβόλαια αυτά είναι τίτλοι μεταβιβάσιμοι και διαπραγματεύσιμοι και μπορεί να αλλάξουν πολλά χέρια μέχρι την ημερομηνία παράδοσης του εμπορεύματος. Προθεσμιακή σύμβαση αγοράς ή πώλησης (εμπορευμάτων, χρεογράφων κλπ) σε τιμή και σε ημερομηνία που καθορίζονται κατά την ώρα του κλεισίματος της συμφωνίας. Αποσκοπεί, συνήθως, στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τις διακυμάνσεις των τιμών.


[ Return to Top ]
Good Until Canceled (GTC)

An order condition which will remain open until it is filled or until you cancel it or for 60 days (whichever is first), if it is not filled immediately due to conditions placed on the order.

Government Bond

A bond sold by the Cyprus government.


[ Return to Top ]
Hedge fund

Εταιρία, κοινοπραξία ατόμων με σκοπό να συνενώσουν και να επενδύσουν τα διαθέσιμα τους, για να τα διασφαλίσουν ή και να επιτύχουν αυξημένα κέρδη από υπεραξία.


[ Return to Top ]
Ηλεκτρονική τραπεζική

Η διεκπεραίωση των τραπεζικών συναλλαγών με χρήση συστημάτων Η/Υ που εξασφαλίζουν ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και χαμηλότερο κόστος.

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Σύστημα αποστολής και λήψης επιστολών και μηνυμάτων με τη βοήθεια δικτύου ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Ημερήσια διακύμανση (intraday high and low)

Το εύρος της διακύμανσης της τιμής ενός χρεογράφου στο χρηματιστήριο, μεταξύ του χαμηλότερου και του υψηλότερου σημείου την ίδια ημέρα.

Ημερήσια εντολή (day order)

Εντολή προς χρηματιστή να προβεί στην αγορά ή πώληση χρεογράφων σε καθορισμένη τιμή , η οποία ισχύει μόνο για την ημέρα που δίδεται . Αν κλείσει το χρηματιστήριο και δεν εκτελεσθεί η εντολή, θεωρείται αυτομάτως άκυρη.

Ημερομηνία αποκοπής μερίσματος

Η ημερομηνία από την οποία η μερισματαπόδειξη δεν μεταβιβάζεται υποχρεωτικά και αυτόματα στον αγοραστή της μετοχής.


[ Return to Top ]
In the money

Έκφραση για δικαίωμα αγοράς μετοχών (call option), του οποίου η συμφωνημένη τιμή είναι κατώτερη με την τρέχουσα τιμή της μετοχής στην αγορά.


[ Return to Top ]
Ίδιο κεφάλαιο

Το μέρος του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί στην επιχείρηση από τους ιδιοκτήτες και τους μετόχους και όχι από διάφορους πιστωτές.


[ Return to Top ]
Ιδιωτική, προσωπική τραπεζική (Private banking)

Άμεση παροχή τραπεζικών υπηρεσιών (δανείων, επενδυτικών συμβουλών, διαχείριση χαρτοφυλακίου κλπ.) σε επιλεγμένους πελάτες (ιδιώτες με υψηλό εισόδημα). Οι προϋποθέσεις ποικίλλουν από τράπεζα σε τράπεζα και σε κάθε χώρα. Πάντως η ταχύτητα εξυπηρέτησης και η απόλυτη εχεμύθεια αποτελούν σημαντικούς παράγοντες. Συνήθως, απαιτείται σημαντικό ύψος καταθέσεων (500.000 μέχρι 5.000.000 δολ.)


[ Return to Top ]
Joint venture

Κοινοπραξία, συνεκμετάλλευση. Ειδική μορφή εταιρείας που ιδρύεται για ειδικό σκοπό, όπως π.χ για την ανάληψη ενός έργου από κοινού, την από κοινού ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεως, ναύλωση σκάφους κλπ.


[ Return to Top ]
Καθαρή αξία ενεργητικού (Net Asset Value)

Το σύνολο της τρέχουσας αξίας όλων των στοιχείων του ενεργητικού μιας επιχείρησης, μείον το σύνολο του παθητικού. Για οργανισμούς επενδύσεων, το σύνολο της τρέχουσας αξίας των χρεογράφων που έχουν στα χέρια τους, μείον το σύνολο των υποχρεώσεων τους, διαιρούμενο με τον αριθμό των μετοχών τους. Από το πηλίκο εξάγεται η καθαρή αξία κατά μετοχή.

Καθαρή μεταβολή (Net Change)

Η διαφορά μεταξύ δύο τιμών κλεισίματος ενός χρεογράφου. Π.χ η ένδειξη + 1 3/4 υποδηλώνει άνοδο της τιμής κατά 1, 75 από την προηγούμενη ημέρα ή συναλλαγή.

Καθαρή παρούσα αξία (net present value)

Η αναγωγή σε παρούσα αξία όλων των μελλοντικών εισπράξεων και πληρωμών (cash flows) από επενδύσεις.

Κέρδη ανά μετοχή (EPS)

Το τμήμα των καθαρών κερδών της επιχείρησης που αναλογεί σε κάθε μετοχή. Δείκτης κερδών ανά κοινή μετοχή σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της μετοχής στο χρηματιστήριο.

Κεφαλαιαγορά

Αγορά ή σύστημα από το οποίο αντλούνται κεφάλαια για τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της οικονομικής δραστηριότητας ή για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Κεφαλαιακή βάση

Η σύνθεση, η διάρθρωση του κεφαλαίου μιας επιχείρησης π.χ κοινές και προνομιούχες μετοχές, δανειακά και ίδια κεφάλαια, τα αποθεματικά, οι επενδύσεις κλπ.

Κεφαλαιακή διάρθρωση

Η σύνθεση των κεφαλαίων μιας επιχείρησης π.χ εταιρικό κεφάλαιο σε μετοχές, ομολογίες, αποθεματικά κλπ.

Κεφάλαιο (Principal)

Το αρχικό κεφάλαιο επένδυσης, δανείου, υποθήκης, κατάθεσης που αποφέρει τόκο ή για το οποίο καταβάλλεται τόκος

Κεφαλαιοποίηση - Market Capitalization

Η συνολική αξία μιας εταιρείας με βάση την τρέχουσα αξία των μετοχών που έχουν εκδοθεί, δηλ. το σύνολο των μετοχών πολλαπλασιαζόμενο με την τρέχουσα τιμή της αγοράς. Γενικότερα, η τρέχουσα αξία του συνόλου των χρηματιστηριακών αξιών σε μηνιαία ή ετήσια βάση.

Κοινές μετοχές

Κοινές μετοχές χωρίς κανένα προνόμιο, ως προς την πληρωμή του μερίσματος. Οι κάτοχοι τους έχουν δικαίωμα να παρίστανται και να ψηφίζουν στις συνελεύσεις. Στις κοινές μετοχές καταβάλλεται μέρισμα μόνο αν επαρκέσουν τα κέρδη και ύστερα από την πληρωμή του μερίσματος των προνομιούχων μετοχών, των ομολογιών κλπ. Το μέρισμα που καταβάλλεται κάθε φορά δεν είναι καθορισμένο, όπως συνήθως συμβαίνει με τις προνομιούχες μετοχές. Σε περίπτωση διάλυσης της εταιρίας οι κάτοχοι των κοινών μετοχών ικανοποιούνται τελευταίοι.

Κόστος κτήσης, εξαγοράς

Έξοδα και προμήθειες σε πράκτορες και αντιπροσώπους για τη διεύρυνση των εργασιών της επιχείρησης.

Κόστος συναλλαγών (transaction cost)

Διάφορα έξοδα για τη διακπεραίωση των συναλλαγών π.χ. αμοιβές νομικών, τηλεφωνικά ή τηλ/κά έξοδα κλπ.

Κράχ

Ραγδαία πτώση χρηματιστηριακών αξίων που οφείλεται σε πανικό.

Κτήση, απόκτηση

Αγορά περιουσιακού στοιχείου, κινητού ή ακινήτου. Γενικός όροςγια την απόκτηση μιας εταιρείας από μια άλλη. Απόκτηση, προσέλκυση νέων καταθετών ή νέων πελατών.

Κύριος ανάδοχος

Τράπεζα που πρωτοστατεί για τη σύναψη κοινοπρακτικού δανείου (syndicated loan) ή την έκδοση νέων χρεογράφων και συντονίζει τους χειρισμούς της κοινοπραξίας.


[ Return to Top ]
Laundering

Επένδυση χρημάτων που αποκτήθηκαν παράνομα ή είναι προϊόν φοροδιαφυγής κλπ. σε νόμιμες επιχειρήσεις. Πλύσιμο, ξέπλυμα χρημάτων.

Limit up (or down)

Ανώτατο (ή κατώτατο) όριο. Επιτρεπόμενο όριο, ανοδικών ή πτωτικών μεταβολών, σε τιμή χρεογράφου ή εμπορεύματος, στη διάρκεια της συνεδρίασης του χρηματιστηρίου.

Liquid investment

Επένδυση η οποία μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μετρητά.

Long

Αγορά ή κατοχή χρεογράφων, εμπορευμάτων ή συνάλλαγματος από χρηματιστή, τράπεζα κλπ. σε ποσότητα μεγαλύτερη από τις υποχρεώσεις (πωλήσεις) που έχει αναλάβει. Συνήθως, επειδή έχει την πεποίθηση ότι οι τιμές θα σημειώσουν άνοδο και θα πραγματοποιήσει κέρδη.

Long position

Θέση χρηματιστή, ο οποίος έχει στην κατοχή του τα χρεόγραφα που διαπραγματεύεται. Η κατάσταση που προκύπτει σε όσους αγοράζουν ή κρατούν χρεόγραφα ή εμπορεύματα κλπ. με την προσδοκία ανόδου των τιμών, έχουν δηλ. "περίσσευμα".

Lot

Αριθμός ή ποσότητα χρεογράφων που αποτελούν μία μονάδα (παρτίδα) εμπορικής συναλλαγής.

Low

Η κατώτερη τιμή που προσφέρθηκε για την αγορά ενός χρεογράφου σε ορισμένη περίοδο, ημέρα, εβδομάδα.


[ Return to Top ]
Market indicators

Οικονομικοί δείκτες για τις χρηματιστηριακές τάσεις ή τις οικονομικές εξελίξεις. Χρησιμοποιούνται για τις προβλέψεις.

Marketing

Το σύνολο των ενεργειών και η κινητοποίηση των αναγκαίων μέσων, για τη διαπίστωση των αναγκών της αγοράς, τη δημιουργία (σύλληψη) των κατάλληλων προϊόντων ή υπηρεσιών, την ορθή τιμολόγηση και την προώθηση τους από την παραγωγή στην καταλάνωση. Το marketing στρέφεται κυρίως προς το καταναλωτικό κοινό και όχι προς την παραγωγή και περιλαμβάνει τη μελέτη της αγοράς, τη διαφήμιση, τη συσκευασία, την οργάνωση και προώθηση των πωλήσεων.

Money market fund

Οργανισμός αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύει σε βραχυπρόθεσμους τίτλους υψηλής φερεγγυότητας.


[ Return to Top ]
Μέρισμα

Οποιοδήποτε έσοδο είτε από κέρδη είτε από προϊόν πωλήσεως περιουσιακών στοιχείων, το οποίο προορίζεται να διανεμηθεί στους μετόχους ή στους πιστωτές ως τόκος για τα κεφάλαια που έχουν επενδύσει ή που τους οφείλονται. Το μέρισμα εκφράζεται σε συγκεκριμένο ποσό ή ποσοστό κατά μετοχή.

Μέρισμα σε μετοχές (stock dividends

Μέρισμα σε μετοχές. Διανομή μετοχών αντί μερίσματος. Μπορεί να είναι μετοχές και άλλης εταιρείας (θυγατρικής ή εξαγορασμένης). Γίνεται στις περιπτώσεις που η επιχείρηση δεν επιθυμεί να αποξενωθεί από τα μετρητά της και να τα χρησιμοποιήσει για επέκταση εργασιών της. Επίσης, όταν οι μέτοχοι επιθυμούν να αποφύγουν τη φορολογία και προτιμούν τίτλους.

Μερισματαπόδειξη, τοκομερίδιο, απόκομμα

Το τμήμα ενός χρεογράφου που αποκόβεται και προσκομίζεται για να εισπραχθεί το μέρισμα ή ο τόκος που αναγράφεται πάνω σ΄αυτό.

Μετατρέψιμες μετοχές

Οι κάτοχοι τους έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την μετατροπή τους σε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία, π.χ προνομιούχες μετοχές που μπορούν να μετατραπούν σε κοινές . Επίσης μετοχές με ρήτρα μετατροπής σε καθορισμένα ξένα νομίσματα.

Μετοχικό κεφάλαιο

Το σύνολο των μετοχών, τις οποίες είναι εξουσιοδοτημένη μια επιχείρηση να εκδώσει. Το κεφάλαιο αυτό μπορεί να υποδιαιρείται σε ορισμένο αριθμό μετοχών με καθορισμένη ή μη ονομαστική αξία.

Μέτοχοι πλειοψηφίας

Άτομα ή επιχειρήσεις που κατέχουν πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας και επομένως έχουν τον έλεγχό της.

Μέτοχος

Άτομο που συνεισέφερε χρήματα ή άλλο είδος αξίας στο μετοχικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης ή αγόρασε μετοχές της.

Μικροσυναλλαγή (Odd lot)

Ποσότητα χρεογράφων κλπ., μικρότερη από τη συνήθη και την καθιερωμένη μονάδα συναλλαγών.


[ Return to Top ]
NASDAQ

Αρχικά για το δίκτυο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του οργανισμού National Association of Securities Dealers που μεταδίδει αυτομάτως στους ενδιαφερόμενους, πληροφορίες για τις τιμές των, εκτός του χρηματιστηρίου (over the counter), χρεογράφων. Δημοσιεύει καθημερινά και σχετικό δείκτη τιμών (National Association of Securities Dealers Automated Quatations)

New York Stock Exchange Composite Index

Σύνθετος δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Σταθμικός μέσος όρος των τιμών των κοινών μετοχών του χρηματιστηρίου. Δείκτης που δείχνει τη γενική τάση και την κατάσταση της αγοράς.

NYSE

New York Stock Exchange. Το κυριότερο χρηματιστήριο των ΗΠΑ με έδρα τη Νέα Υόρκη. Ιδρύθηκε το 1792, αλλά με τη σημερινή ονομασία είναι γνωστό από το 1863. Επειδή ο αριθμός των μελών του είναι περιορισμένος, κάθε θέση (seat) έχει μεγάλη χρηματική αξία.


[ Return to Top ]
On-line (Άμεση σύνδεση, επικοινωνία)

Χαρακτηρισμός συστήματος, τερματικού, μονάδας καταστήματος κλπ. που υπάγεται και συνδέεται άμεσα με κεντρική μονάδα Η/Υ και καταχωρεί κάθε συναλλαγή τη στιγμή που πραγματοποιείται.

Option

Δικαίωμα ή ευχέρεια παραλαβής ή παράδοσης, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία (συνήθως τρίμηνη), ορισμένης ποσότητας χρεογράφων σε ορισμένη τιμή. Το δικαίωμα αγοράς καλείται call option ενώ το δικαίωμα πώλησης καλείται put option. Το δικαίωμα για αγορά ή πώληση καλείται double option και το ποσό που καταβάλει ο ενδιαφερόμενος option money. Ένα δικαίωμα μπορεί να είναι εμπορεύσιμο (tradeable) ή μη εμπορεύσιμο (non-tradeable). Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί ο κάτοχος του να το διαθέσει στην αγορά (χρηματιστήριο).

Outstanding securities (μετοχές σε κυκλοφορία)

Το σύνολο των μετοχών που βρίσκονται στα χέρια των μετόχων. Τα κυκλοφορούντα χρεόγραφα δηλ. αυτά που βρίσκονται στα χέρια του κοινού και των διαφόρων οργανισμών. Έχουν εκδοθεί και βρίσκονται στα χέρια του κοινού και όχι της εκδότριας εταιρείας.

Over the counter

Συναλλαγές σε αξίες που δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Αγοραπωλησίες χρεογράφων που γίνονται έξω από το χρηματιστήριο. Διενεργούνται, συνήθως, με την απευθείας επαφή των ενδιαφερομένων ή μέσω των αντιπροσώπων τους. Όσοι προβαίνουν σε τέτοιες συναλλαγές αγοράζουν στην τιμή προσφοράς (bid price), πωλούν στη τιμή ζητήσεως (asked price) και καρπώνονται τη διαφορά. Γενικότερα, κάθε μορφή παρασυναλλαγής.


[ Return to Top ]
Οικονoμία της αγοράς (market economy)

Οικονομικό σύστημα στο οποίο το σύνολο σχεδόν των αγαθών και υπηρεσιών παράγονται και διανέμονται μέσω της ελεύθερης αγοράς με ελεύθερη διαμόρφωση τιμών.

Οικονομίες κλίμακας

Οικονομίες για την βελτίωση της παραγωγής, μέσω της μείωσης του μέσου κόστους του προϊόντος. Η μείωση μπορεί να προέλθει είτε από εσωτερικές οικονομίες (internal) ως π.χ. την αύξηση των συντελεστών της παραγωγής, τη χρησιμοποίηση νέας τεχνολογίας, την καλύτερη οργάνωση κλπ είτε από εξωτερικούς (external) παράγοντες όπως καλύτερο κλίμα στην αγορά, βελτίωση της αγοράς υπηρεσιών (ρεύμα, νερό, επικοινωνίες κλπ.). Η φάση στην παραγωγική λειτουργία μιας επιχείρησης , κατά την οποία το κόστος μειώνεται όσο ο όγκος της παραγωγής αυξάνει. Αυτό όμως μέχρις ενός σημείου, οπότε αρχίζει αντίστροφη πορεία.

Ομόλογο

Τίτλος χρέους. Τίτλος που περιέχει επίσημη δήλωση (υπόσχεση) του εκδότη, ότι θα πληρώσει ορισμένο ποσό, σε ορισμένη ημερομηνία και με ορισμένο επιτόκιο. Εκδίδεται από το κράτος ή από μεγάλους οργανισμούς και επιχειρήσεις και αποτελεί μέσο δανεισμού (άντλησης κεφαλαίων) από το κοινό.

Ονομαστική αξία μετοχής (par value)

Αναφράφεται στον τίτλο και είναι ανεξάρτητη από την τιμή της στην αγορά. Μετά την εισαγωγή του τίτλου στο χρηματιστήριο, διαμορφώνεται η τρέχουσα τιμή του και μπορεί να έχει ελάχιστη σχέση με την ονομαστική αξία.

Ονομαστικός τίτλος (registered security)

Χρεόγραφο στο όνομα ορισμένου κατόχου. Η μεταβίβαση της κυριότητας, σε περίπτωση πώλησης, γίνεται με ειδική διαδικασία.


[ Return to Top ]
P/E - Δείκτης τιμής προς κέρδη

Δείκτης τιμής προς κέρδη, Price-earnings ratio, πολλαπλασιαστής κερδών. Το πηλίκο της διαίρεσης της τρέχουσας τιμής της κοινής μετοχής , με τα ετήσια κέρδη (τα κέρδη της πιο πρόσφατης χρήσης). Π.χ.αν μια μετοχή πωλείται προς 5000 δρχ. και τα κέρδη ανά μετοχή ανέρχονται σε 500 δρχ. τότε ο δείκτης τιμής / κερδών είναι 10 (δέκα προς ένα). Αν τα κέρδη ήταν 1000 δρχ., ο δείκτης θα είναι 5 προς ένα. Δηλαδή οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν 5 φορές την αξία των κερδών ανά μετοχή για να αποκτήσουν ένα τίτλο. Επομένως όσο μικρότερος είναι ο δείκτης τόσο καλύτερα για τον επενδυτή. Ο μεγαλύτερος δείκτης σημαίνει ότι η μετοχή είναι ακριβή, πάντως δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο αξιολόγησης. Επίσης, ο δείκτης μεταβάλλεται αν τα κέρδη είναι ιστορικά (τελευταίος ισολογισμός), προ φόρων, μετά από τους φόρους ή τα αναμενόμενα. Χρησιμοποιείται στην fundamental analysis.

POP public offering price

Τιμή στην οποία το κοινό μπορεί να αγοράσει νέες εκδόσεις μετοχών ή άλλων χρεογράφων.

Private banker

Τράπεζα ή υπηρεσία τράπεζας που προσφέρει ευρύτατο φάσμα τραπεζικών υπηρεσιών σε επιλεγμένους πελάτες.

Prospectus

Ενημερωτικό δελτίο και πρόσκληση για εγγραφή. Αναγγελία έκδοσης νέων μετοχών ή ομολογιών, με τη μορφή αναγγελίας ή φυλλαδίου, όπου αναφέρονται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες, οι προοπτικές για κέρδη καθώς και στοιχεία για τη γενική οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρείας. Με την αγγελία και με βάση τις παρερχόμενες πληροφορίες, καλείται το κοινό να εγγραφεί για τα προσφερόμενα χρεόγραφα.


[ Return to Top ]
Παραοικονομία

Σύστημα αθέμιτης και παράνομης άσκησης εμπορικής ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό τη φοροδιαφυγή.

Παροχέας Internet - ISP (Internet service provider)

Εταιρία που παρέχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο, συνήθως έναντι μηνιαίας συνδρομής.

Πλαστικό χρήμα

Έκφραση για συναλλαγές κλπ. που γίνονται με πιστωτικές κάρτες.

Πλυμένα χρήματα (laundered money)

Αλυσιδωτές μεταβιβάσεις χρημάτων με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσης τους. Συνήθως, αφορούν ποσά σε μετρητά από λαθρεμπόριο, αθέμιτες συναλλαγές, δωροδοκίες κλπ.

Προθεσμιακά χρηματοοικονομικά συμβόλαια

Συμβόλαια αγοαραπωλησιών σε γραμμάτια ή ομολογίες του Δημοσίου, ξένα νομίσματα, ευρωδολάρια, σόγια, χρυσό, πετρέλαιο κλπ. σε ορισμένη τιμή και ημερομηνία. Τα συμβόλαια κλείνονται με μικρή προκαταβολή και είναι συνήθως, κερδοσκοπικά. Η μεγαλύτερη αγορά βρίσκεται στο Σικάγο.

Προμήθεια (Commission)

Ποσό (ποσοστό επί του ύψους της αγοραπωλησίας) που καταβάλλεται στην τράπεζα ή τη χρηματιστηριακή εταιρία για τις υπηρεσίες προς τους πελάτες

Προνομιούχες μετοχές

Κατηγορία μετοχών στην οποία παρέχονται ορισμένα πλεονεκτήματα, όσον αφορά την πληρωμή του μερίσματος και την εξόφληση τους, σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας. Προηγούνται όλων των άλλων μετοχών, κατά τη διανομή του μερίσματος και είναι, συνήθως ορισμένης ονομαστικής αξίας.

Προσφορά (Offer)

Τιμή στην οπoία ο πωλητής είναι έτοιμος να πωλήσει στο χρηματιστήριο. Η τιμή, στην οποία ο αγοραστής προσφέρεται να αγοράσει καλείται bid.

Πτώχευση, χρεοκοπία

Η κήρυξη σε πτώχευση, ύστερα από δικαστική απόφαση. Πτωχευτική διαδικασία. Η νομική διαδικασία κηρύξεως σε πτώχευση και εκποιήσεως της εταιρείας του πτωχεύσαντος.


[ Return to Top ]
Rights letter

Επιστολή που πληροφορεί τους μετόχους ότι έχουν δικαίωμα να αγοράσουν νέες μετοχές σε ευνοϊκή τιμή. Αν δεν θέλουν να επωφεληθούν, έχουν τη δυνατότητα να τα πωλήσουν.

Round lot

Στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων, η καθιερωμένη μονάδα συναλλαγών, η οποία περιλαμβάνει ορισμένη ποσότητα εμπορευμάτων ή αριθμό χρεογράφων, π.χ. 10 ή 20 μετοχές ανεξάρτητα από την αξία τους.


[ Return to Top ]
Ρευστή αγορά

Κατάσταση, στην οποία μεγάλος αριθμός αγοραστών και πωλητών προβαίνουν σε συναλλαγές με μικρά περιθώρια διακύμανσης των τιμών.

Ρευστότητα

Ικανότητα μιας επιχείρησης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με ρευστό χρήμα. Επίσης, η δυνατότητα της αγοράς, να απορροφήσει λογική ποσότητα ορισμένου χρεογράφου σε λογική τιμή.


[ Return to Top ]
Secondary market

Δευτερεύουσα-δευτερογενής αγορά.

Security (χρεόγραφο, αξία, μετοχή)

Οποιοσδήποτε τίτλος ονομαστικός ή ανώνυμος, τον οποίο μπορεί κανείς να διαπραγματευθεί στα χρηματιστήρια, ή οποιαδήποτε μέσο επενδύσεως κοινώς αναγνωρισμένο.

Short

Κατάσταση στην οποία βρίσκεται χρηματιστής που πώλησε χρεόγραφα, τα οποία δεν είχε στη διάθεσή του όταν συνομολόγησε την πράξη. Η αγορά των χρεογράφων που χρειάζεται για να καλύψει τη συναλλαγή, γίνεται αργότερα, καθόσον πιστεύει ότι θα μπορέσει να τα αγοράσει σε τιμή χαμηλότερη από την τρέχουσα. Τα άτομα που προβαίνουν στις ανωτέρω πωλήσεις για να επωφεληθούν από την πτώση των τιμών, είναι γνωστά ως bears. Ο όρος χρησιμοποιείται και στις εργασίες ξένου συν/τος και σε άλλες χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Short sale

Ακάλυπτη προθεσμιακή πώληση. Πώληση χρεογράφων τα οποία δεν έχει ο πωλητής στη διάθεση του κατά τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας. Επειδή η παράδοση θα γίνει μελλοντικά, ο πωλητής ελπίζει ότι θα μπορέσει να γοράσει σε χαμηλότερη τιμή, επωφελούμενος από τη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας και της χαμηλότερης τιμής στο μέλλον.

Spread (περιθώριο, άνοιγμα)

Διαφορά μεταξύ δύο τιμών (αγοράς και πώλησης). Διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς και της τιμής ζητήσεως χρεογράφου ή εμπορεύματος σε οποιαδήποτε στιγμή. Στις εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές (over the counter) και στις συναλλαγές σε ξένο συνάλλαγμα, η διαφορά (το άνοιγμα) μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πωλήσεως που αποτελεί το κέρδος του χρηματιστή (trader/dealer)

Standard & Poor's 500-Composite-Stock Index

(ΗΠΑ) Δείκτης τιμών μετοχών. Απαρτίζεται απο 400 βιομηχανικές μετοχές, 40 κοινής ωφέλειας, 40 χρηματο-οικονομικές και 25 μεταφορών. Δημοσιεύεται στον οικονομικό και ηλεκτρονικό τύπο.


[ Return to Top ]
Συγχώνευση

Αφομοίωση μικρής επιχείρησης, η οποία και διαλύεται, από άλλη μεγαλύτερη, με την εξαγορά των μετοχών της ή των στοιχείων του ενεργητικού της. Οι μέτοχοι της εξαγοραζόμενης επιχείρησης, παίρνουν συνήθως, μετοχές της εταιρείας που ενήργησε την εξαγορά. Η πρακτική αυτή έχει λάβει τελευταία τεράστια έκταση και ο κλάδος, γνωστός ως Mergers and Acquisitions, θεωρείται εξαιρετικά επικερδής αλλά απαιτεί ικανότητες, ακριβή στάθμιση της οικονομικής θέσης και σκληρές διαπραγματεύσεις.

Σύμβουλος

Άτομο ή επιχείρηση που παρέχει συμβουλές (οικονομικές, τεχνικές κλπ) και προτείνει λύσεις, με αμοιβή.


[ Return to Top ]
Transaction fee

Προμήθεια ή κόστος συναλλαγής ή διάφορα έξοδα του χρηματιστή που αφορά εκτέλεση εντολής αγοράς ή πώλησης.

Treasury bills

(ΗΠΑ-Αγγλία) Άτοκα βραχυπρόθεσμα κρατικά χρεόγραφα που διατίθενται απευθείας στην ελεύθερη αγορά ή με δημοπρασία σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής αξίας. Εκδίδονται και πωλούνται περιοδικώς για την κάλυψη, στ μετρητά, των αναγκών του Δημοσίου. Την ίδια τακτική ακολουθούν και άλλες χώρες.


[ Return to Top ]
Τιμή Αγοράς (Bid Price)

Τιμή προσφοράς. Η προτεινόμενη τιμή. Η τιμή που προσφέρει ο αγοραστής για το χρεόγραφο που προσφέρεται για πώληση. Η ψηλότερη τιμή στην οποία κάποιος είναι διατεθειμένος να αγοράσει ένα χρεόγραφο.

Τιμή ανοίγματος (opening price)

Η τιμή στην οποία κλείσθηκε η πρώτη συναλλαγή στο χρηματιστήριο σε ορισμένο χρεόγραφο, σε κάποια ημερομηνία.

Τιμή νέας έκδοσης

Η τιμή , στην οποία διατίθεται νέα έκδοση χρεογράφων, απευθείας στο κοινό. Αν τα χρεόγραφα διατεθούν μέσω αναδόχων (underwriters), τότε η τιμή που θα καταβάλουν αυτοί. Στη συνέχεια οι ανάδοχοι καθορίζουν νέα τιμή για το κοινό.

Τιμή προσφοράς (offering price)

Τιμή στην οποία προσφέρεται μετοχές στο επενδυτικό κοινό. Συνήθως, διαμορφώνεται από την καθαρή αξία του ενεργητικού που διαιρείται δια του αριθμού των μετοχών. Στην τιμή προστίθεται και η προμήθεια πωλήσεως. Τιμή διάθεσης στο κοινό αγαθών, υπηρεσιών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων κλπ.

Τιμή Πώλησης (Ask Price)

Η χαμηλότερη τιμή που ζητά ο πωλητής για το χρεόγραφο (μετοχή, ομόλογο κτλ) που προσφέρει. Η μικρότερη τιμή στην οποία κάποιος είναι διατεθειμένος να πουλήσει ένα χρεόγραφο.

Τμήμα ή τομέας στατιστικής και ανάλυσης

Ασχολείται με τη συλλογή, την ερμηνεία και την προετοιμασία στατιστικών δεδομένων και κοστολόγησης.

Τρέχουσα ή παρούσα απόδοση

Η ετήσια απόδοση από επενδύσεις ή ομολογίες. Εκφράζεται ωςε ποσοστό πάνω στο αρχικό ποσό της επενδυσης ή πάνω στην τρέχουσα τιμή.


[ Return to Top ]
Venture capital

Επιχειρηματικά ή καινοτομικά κεφάλαια. Εταιρείες (ή άτομα) παροχής επιχειρηματικών κεφαλαίων που επενδύονται σε νέες ελπιδοφόρες επιχειρήσεις, για ανάπτυξη και επέκταση της δραστηριότητας τους (καινοτομίες, εφευρέσεις, νέες ιδέες κλπ.)

Venture capitalist

Επενδυτής ή εταιρεία που αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει νέες επιχειρήσεις, ιδέες, δραστηριότητες ή καινοτομίες, με υψηλό κίνδυνο και ανάλογα κέρδη.


[ Return to Top ]
Warrant

Πιστοποιητικό (που εκδίδεται μαζί με τα χρεόγραφα), με το οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα ή το προνόμιο στον κομιστή, να αγοράσει χρεόγραφα με ορισμένους ευνοϊκούς όρους. Εκδίδεται, συνήθως για τις προνομιούχες μετοχές και ομολογίες. Αν παρέχεται η ευχέρεια για πώληση του, χωρίς ταυτόχρονη πώληση των χρεωγράφων, για τα οποία εκδόθηκε, καλείται detachable warrant. Αν καθορίζεται ότι πρέπει να πωληθεί μαζί με τα χρεόγραφα τα οποία συνοδεύει, δηλ. το δικαίωμα είναι ενσωματωμένο στον τίτλο, καλείται non-detachable warrant. Τα πιστοποιητικά έχουν τακτή λήξη και όταν παρέλθει δεν έχουν καμία αξία.


[ Return to Top ]
Χρηματιστήριο (exchange)

Αγορά ή τόπος συναλλαγών, όπου διενεργούνται αγορές και πωλήσεις χρεογράφων ή εμπορευμάτων με ορισμένη διαδικασία.

Χρηματιστήριο αξιών (Securities exchange)

Τόπος για αγοραπωλησίες χρεογράφων. Οι συναλλαγές γίνονται συνήθως, μέσω αναγνωρισμένων μελών του χρηματιστηρίου, τα οποία κατέχουν έδρα (seat) σ΄αυτό.

Χρηματοικονομική ανάλυση

Η τεχνική της μελέτης των στοιχείων μιας επιχείρησης και ο έλεγχος της ροής και της αποτελεσματικής χρησιμοποίησης των κεφαλαίων, των προϊόντων και των υπηρεσιών, μέσα και έξω από την επιχείρηση.

Χρηματοοικονομικός τίτλος

Οποιοδήποτε έγγραφο με χρηματική αξία που αντιπροσωπεύει οικονομική συναλλαγή, π.χ. επιταγή, συναλλαγματική κλπ.


[ Return to Top ]
Υπεραξία

Κεφαλαιακά κέρδη. Κέρδη από ανατίμηση μετοχών. Κεφαλαιουχικό κέρδος, από την αύξηση της αξίας στοιχείων του ενεργητικού (ακίνητα, χρεόγραφα κλπ.) Κέρδος από την ανατίμηση ή πώληση μετοχών σε τιμή μεγαλύτερη από την τιμή αγοράς τους (κτήσεως).

Υπερκάλυψη προσφοράς νέων μετοχών ή ομολογιακού δανείου με προεγγραφές (oversubscription)

Το φαινόμενο παρατηρείται όταν η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά. Το σχετικό ενημερωτικό δελτίο (prospectus) αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο θα τακτοποιηθεί η υπερκάλυψη.

Υποτίμηση νομίσματος σε σχέση με άλλο ή άλλα νομίσματα

Ανάλογα με την προσφορά και ζήτηση στη διεθνή αγορά, για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας, για την αντιμετώπιση ανισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών (σε συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Γίνεται είτε με τη μορφή διολίσθησης (managed depreciation) είτε επίσημης υποτίμησης (devaluation).


[ Return to Top ]
Zero coupon bond

Ομολογία, χωρίς τοκομερίδιο, προσφερόμενη με πολύ μεγάλη έκπτωση. Κατά τη λήξη της εξοφλείται στην ονομαστική αξία και έτσι αποφέρει υψηλό κέρδος στον επενδυτή καλύπτοντας την απουσία τοκομεριδίου.


[ Return to Top ]
52-week High

The highest price at which a security has traded within the previous 52 weeks.

52-week Low

The lowest price at which a security has traded within the previous 52 weeks.


[ Return to Top ]

6 Ιαν, 2009 6:50 πμ
Τιμές και Έρευνα
Διεθνείς Αγορές
IndexLevel%Ch
ASE1862.322.79
DJIA8952.89-0.91
Nasdaq1628.03-0.26
FTSE1004579.640.39
CAC3359.920.31
Nikkei9062.010.21
H.Seng15381.37-1.17
Updated: 06/01/2009
06:45